Υπό την επήρεια
Θα έπρεπε κανείς να είναι μεθυσμένος όλη του τη ζωή. Ουδέν σπουδαιότερο, το μόνο σίγουρο. Να μη νιώθεις το αφόρητο βάρος του χρόνου και των πρέπει να βαραίνουν τους ώμους σου και να σε βυθίζουν στο έδαφος, να ζεις σε έναν κόσμο δικό σου, σε ένα κόσμο τέλειο.
Μεθυσμένος από τι; Από βότκα, από ποίηση, από αγάπη, δεν έχει σημασία καμία. Απλά μέθυσε.
Κι αν ποτέ σου ξυπνήσεις σε κάποιο γνώριμο παλάτι, στα λιβάδια κάποιες μακρινής ερήμου, στην απομόνωση και την απόρριψη του ίδιου σου του δωματίου, και συνειδητοποιήσεις ότι η μέθη σου έχει χαθεί και η νηφαλιότητα πλησιάζει επικίνδυνα, ρώτα τον άνεμο και τη φωτιά, ρώτα τον Πλούτωνα, τους κούκους ή κάποιο ρολόι, ρώτα ο,τιδήποτε τρίζει, ο,τιδήποτε τραγουδά, ο,τιδήποτε βόσκει, σκέφτεται, κοιτάει ή σκοτώνει τι ώρα είναι. Και τότε να ‘σαι σίγουρος πως όλα μαζί θα σου αποκριθούν ότι είναι ώρα να μεθύσεις. Είναι ώρα να διαλύσεις τα δεσμά της δασκαλευμένης σου πραγματικότητας και ελεύθερος πια να ζήσεις.
Είναι ώρα να μεθύσεις με βότκα, με ποίηση, με αγάπη, με ότι εσύ θέλεις.




