High On Xylocaine

ΚΙ ΕΠΕΙΔΗ Μ' ΕΝΑ ΔΑΚΡΥ ΑΚΡΗ ΔΕ ΨΑΧΝΩ ΝΑ ΒΡΩ, ΤΟ ΥΦΟΣ ΜΟΥ ΑΠΟΚΡΟΥΣΤΙΚΟ

Υπό την επήρεια

Θα έπρεπε κανείς να είναι μεθυσμένος όλη του τη ζωή. Ουδέν σπουδαιότερο, το μόνο σίγουρο. Να μη νιώθεις το αφόρητο βάρος του χρόνου και των πρέπει να βαραίνουν τους ώμους σου και να σε βυθίζουν στο έδαφος, να ζεις σε έναν κόσμο δικό σου, σε ένα κόσμο τέλειο.

Μεθυσμένος από τι; Από βότκα, από ποίηση, από αγάπη, δεν έχει σημασία καμία. Απλά μέθυσε.

Κι αν ποτέ σου ξυπνήσεις σε κάποιο γνώριμο παλάτι, στα λιβάδια κάποιες μακρινής ερήμου, στην απομόνωση και την απόρριψη του ίδιου σου του δωματίου, και συνειδητοποιήσεις ότι η μέθη σου έχει χαθεί και η νηφαλιότητα πλησιάζει επικίνδυνα, ρώτα τον άνεμο και τη φωτιά, ρώτα τον Πλούτωνα, τους κούκους ή κάποιο ρολόι, ρώτα ο,τιδήποτε τρίζει, ο,τιδήποτε τραγουδά, ο,τιδήποτε βόσκει, σκέφτεται, κοιτάει ή σκοτώνει τι ώρα είναι. Και τότε να ‘σαι σίγουρος πως όλα μαζί θα σου αποκριθούν ότι είναι ώρα να μεθύσεις. Είναι ώρα να διαλύσεις τα δεσμά της δασκαλευμένης σου πραγματικότητας και ελεύθερος πια να ζήσεις.

Είναι ώρα να μεθύσεις με βότκα, με ποίηση, με αγάπη, με ότι εσύ θέλεις.

(inspired)

(borrowed from whatselfesteem.tumblr)


No Scrubs

Και βρίσκεσαι μετά από καιρό να κολυμπάς σε μια σκοτεινή λίμνη. Και χαίρεσαι, είσαι πεπεισμένος πλέον ότι έχει ξεπαγώσει, ότι ο χειμώνας έχει περάσει. Μα κάνεις λάθος φίλε μου το ίδιο παγωμένη είναι, απλά κολυμπάς κάτω από τον πάγο γιατί βαρέθηκες να περιμένεις. Και η χαρά σου, χαχα, η χαρά σου, προσγειώνεται απότομα όταν πας να πάρεις ανάσα και το κεφάλι σου χτυπάει στον πάγο. Ζαλίζεσαι, βλέπεις το ματωμένο κεφάλι σου να ροδίζει το νερό, αναπνέεις γλυκό νερό και χάνεσαι στην άβυσσο. Και για δεύτερη φορά είσαι πεπεισμένος, ότι θα απλώσουν χέρι, έστω θα βουτήξουν να σε βγάλουν και αυτή σου η πεποίθεση είναι ακόμη χειρότερη από την πρώτη, γιατί δεν ξες αν είναι λάθος, περιμένεις να δεις. Ξυπνάς ευτυχισμένος όμως τα βράδια, ερωτευμένος με κάποια που είδες σε ένα όνειρο που πια δεν θυμάσαι, έχοντας το ύφος του Άλεξ από το Κουρδιστό Πορτοκάλι. Άνοιξα την μπαλκονόπορτα, κατέβηκα την οικοδομή, μπήκα στο κλειστό σινεμά κι έβλεπα μόνος μου ταινίες καπνίζοντας τσιγάρα κανέλας, μου είπες μικρέ μου τρελέ. Θυμάσαι; Λες πολλές αλήθειες τελευταία….


Ούτε χέρι σου άπλωσε κανείς ούτε βούτηξε να σε βγάλει κανείς. Ξύπνα τώρα μαλάκα και κολύμπα.

Για δες

Πόσοι άνθρωποι ζουν χωρίς μάτια,

μηχανικά, ρουτινιασμένα,

σαν τον τυφλοπόντικα

το μόνο που ξέρουν είναι να σκάβουν

                                                                                       κος Jenk

Έμεινα μόνος ζωντανός κι έχω να κάψω δέκα εκατομμύρια νεκρούς

Η γεύση του τίποτα

μιλάει στη καρδιά μου.

Τόση προσπάθεια,

τόση αγάπη,

που πήγαν όλα;

Γύρω μου ερείπια,

που πήγαν όλοι;

Μόνος μου έμεινα,

κι είναι κι αυτή, η κόλα,

δε μ’ αφήνει να πάω να τους βρω,

με θέλει εδώ, να τυραννιέμαι,

να κοπιάζω, να δουλεύω

και να μην κάνω τίποτα.

                                                                                       κος Jenk

Κάποια άκρη, κάτι θα υπάρχει, για κάποιον από μας.

Οι μεγαλύτεροι ποιητές της σύγχρονης Ελλάδας.

Ξεσήκωσα τις απειλές και έσπασα των αλλονών την τρέλα.